Παρασκευή, 22 Οκτωβρίου 2010

Δεν ξέρω πολλά..


Δεν ξέρω γιατί έγινε γκέτο και από ποιούς η παλιά μου γειτονιά..
Δεν ξέρω γιατί δεν μπορώ να περπατήαω αμέριμνος στους δρόμους της πόλης μου..
Δεν ξέρω γιατί τρέμω μέχρι να επιστρέψει από την έξοδό του ο μεγάλος μου γιός..
Δεν ξέρω ποιός άρπαξε τα χρήματα που γενιές και γενιές έβαζαν με το αίμα της σε τούτη εδώ τη Χώρα..
Δεν ξέρω γιατί κρυφτήκαμε, φοβηθήκαμε όλοι πίσω από μια "κρίση" και γίναμε ακόμα πιο ανέντιμοι, με λιγότερη αξιοπρέπεια και απομείναμε χωρίς στάλα θάρρους..

Δεν ξέρω πολλά..

Ξέρω όμως ποιοί είχαν κι έχουν το τιμόνι και την υποχρέωση να μας οδηγήσουν στο αύριο κάνοντας ίσως το σήμερα λίγο άβολο γι' αυτούς που θησαύριζαν στην πλάτη μας, για αυτούς που έτρεχαν με τα πλακάτ στους δρόμους και είχαν πάντα στην "μπάντα" ένα γερό κομπόδεμα από τα κορόιδα που τους ακολουθούσαν και πίστευαν σε αγώνες, για εκείνους που άφησαν τα σάλια τους σε γραφεία πολιτικών και "ημετέρων" για αυτούς που βολεύτηκαν και βοήθησαν στη διάλυση του κράτους και τώρα "διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους", για όλους εκείνους τους πονηρούς ή τους άμοιρους που εισέβαλλαν στον τόπο μας χωρίς κανέναν έλεγχο και προοπτική, ακόμα και για μας..

Ξέρω με τα ονόματά τους ποιοί εδώ και τόσα χρόνια ως και αυτή τη στιγμή, οραματίστηκαν ένα καλύτερο μέλλον μόνο για τους εαυτούς τους κάνοντας τους περισσότερους να πιστεύουν πως το όραμα είναι κοινό.. Και είναι πολλοί, μα πάρα πολλοί.. Και υπερβαίνουν κατά πολύ τους 300..
Και έτσι, με αυτά τα λίγα που ξέρω, δεν μπορώ να συμβουλεύσω ούτε τον εαυτό μου, πόσο μάλλον εσάς..

Δυστυχώς, φτάσαμε ή φτάνουμε στο έσχατο σημείο, η επιβίωση της Πατρίδας μας και εμάς των ίδιων, να εξαρτάται μόνο από τη συνείδηση και τον καλώς εννοούμενο πατριωτισμό μας.

Έρχονται για άλλη μια φορά εκλογές. Για μια φορά έστω, για πρώτη ίσως, ας πράξουμε όλοι κατά συνείδηση.. Ακόμη και αν δεν λάβουμε μέρος σε αυτή τη "γιορτή της Δημοκρατίας"..

Σας κούρασα πάλι..

Παρασκευή, 27 Αυγούστου 2010

Τ' αστέρια μου


Ήμουν ένα μικρό χαρούμενο και πάντα γελαστό παιδί..

Όταν τέλειωνε το παιχνίδι, περίμενα να νυχτώσει.

Κοιτούσα τ' άστρα, τα μετρούσα, τους μιλούσα και προσπαθούσα να τα τραβήξω, να τα φέρω κοντά μου.

Μεγάλωνα και οι νύχτες γινόταν δύσκολες. Όλα πιο θαμπά, λίγα αστέρια και η προσπάθεια συνεχιζόταν.

Μεγάλωσα πια (μου είπαν) και τελικά τα κατάφερα.

Τώρα τις νύχτες τις φοβάμαι.

Πασχίζω άδικα να ξαναστείλω ψηλά, εκεί που ανήκουν, τ' αστέρια που τρεμοσβήνουν πεσμένα γύρω μου.

Κι ας πετώ εγώ..

Τρίτη, 29 Ιουνίου 2010

Τελευταίο φως..




Λίγα λόγια, περιττά, μια ματιά φευγάτη..
Λίγες κινήσεις, μουδιασμένες και η ταινία παίζει.
Ασπρόμαυρες εικόνες, δίχως άρωμα και πόνο
Δακρύζω και γελώ στη λάμψη που ‘ρχεται
πάνω από το κρεβάτι.

Δευτέρα, 14 Ιουνίου 2010

Πρώτη παράσταση..


Το ακορντεόν να παίζει στη γωνιά
κάτω απ' το φως που τρέμει στο σκοτάδι
Σ' ένα παγκάκι δυο νέοι, μια καρδιά,
και μ' ένα όνειρο γλυκό σαν ένα χάδι..

Ένα παντζούρι μισανοίγει στ' αεράκι
κι από μια γλάστρα η Άνοιξη ξεφεύγει
Στο πεζοδρόμιο δυο γεροντάκια χέρι-χέρι
μια λάμψη ανάλαφρη σαν τη ζωή που φεύγει

Η μπάλα έπαψε στην παιδική χαρά
κι αυτή η βουή, παύει και φέρνει πόνο
γέλια, πεσίματα, της μάνας η αγκαλιά,
θύμησες που σκορπίζονται στο χρόνο.

Τα φώτα ανάβουν.. Όρθιος κι εγώ,
χειροκροτώ, γελάω και δακρύζω.
Κι απ' έξω φως, πιο πέρα από τον κόσμο,
τ' ακολουθώ, το πρόγραμμα όπως σκίζω..

Πέμπτη, 10 Ιουνίου 2010

Παιδί ξανά...

Ο ρόγχος έφυγε κι έκανε η ανάσα
τα στήθη να φουσκώσουνε και πάλι
Πάει το γκρίζο απ’ τα μαλλιά μου τα ξανθά
και λες σαν θαύμα, τα γυαλιά μου φέρνουν ζάλη

Το μπαστουνάκι στη γωνιά δεν το βαστώ
λες και κυλάει ο χρόνος προς τα πίσω
Κοντοπαντέλονο, ΕΛΒΙΕΛΑ αθλητικά
στη γειτονιά, μπάλα, παιχνίδι κι ας χτυπήσω.

Ξανά το χέρι του πατέρα μου κρατάω
κι ο κόσμος όλος ξαναγίνεται μεγάλος
Τα όνειρά μου σε μια ορθοπεταλιά
και ο καθρέφτης με ησυχάζει, «δεν είσ’ άλλος..»

Ξανά ο μικρός και όλοι εμένα δείχνουν
και τα χατίρια, δικά μου αν τα ζητήσω
Στο ’να μου χέρι, μια σταλιά, η γη χωράει
και σαν παιδί, μόνο παιδί, θέλω να ζήσω.

Δευτέρα, 24 Μαΐου 2010

Θα ήταν ώρα..


Θα ήταν ώρα να αναλογιστούμε ποιοι είμαστε, από πού ερχόμαστε και πού πάμε..
Θα ήταν ώρα να ξεβολευτούμε , να σταματήσουμε να φλυαρούμε και επιτέλους όσοι έχουμε απομείνει να εργαστούμε με τις συνειδήσεις μας για να κάνουμε τούτο τον τόπο βιώσιμο, για εμάς και τα παιδιά μας.
Θα ήταν ώρα να κάνουμε ξανά τον ουρανό μας γαλάζιο, τις θάλασσές μας ανοιχτές και τις νύχτες μας φωτεινές, όπως τότε που μανάδες με παιδιά, ηλικιωμένοι, άφοβα απολάμβαναν το Αττικό φεγγάρι στα πάρκα, στις πλατείες,
Θα ήταν ώρα να κλείσουμε τις τηλεοράσεις , να μη βάζουμε τα αρπακτικά στα σπίτια μας και τόση δυσωδία μέσα μας.
Θα ήταν ώρα να κάνουμε ξανά τις γειτονιές μας γειτονιές και όχι γκέτο, να θυμηθούμε τα ονόματα που δώσαμε στους δρόμους και να τους περπατήσουμε προσπαθώντας να πούμε ξανά «καλημέρα» στους διπλανούς μας, τους συνοδοιπόρους μας.
Θα ήταν ώρα να μάθουμε να ζούμε με τους ξένους, τους αλλοδαπούς που προσπαθούν να ζήσουν στον τόπο μας, να επιβιώσουν αφού πρώτα διώχναμε την απίστευτη σαβούρα που μας έχει γεμίσει ως το λαιμό, το κάθε λογής σκουπίδι που μας επιβάλλει τον εκφυλισμό της κουλτούρας μας, την κιτσαρία σε κάθε μας βήμα, αφού καθαρίσουμε πρώτα εμείς και μετά όλοι αυτοί που αφήσαμε και έκαναν τρίτο κόσμο τον τόπο μας.
Θα ήταν ώρα να πάρουμε τη σκούπα όπως οι γιαγιάδες μας και να κάνουμε τα πεζοδρόμια να λάμπουν, τους δρόμους και όχι μόνο τα σπίτια μας πετώντας τα σκουπίδια από το παράθυρο.
Θα ήταν ώρα να γίνουμε κάτι πριν αφανιστούμε και αυτό το κάτι να το αγαπήσουμε, να το προστατεύσουμε, να το δώσουμε στα παιδιά μας πριν μας μισήσουν κι άλλο.
Θα ήταν ώρα να βγούμε στους δρόμους, να κάνουμε αλλιώτικες πορείες, απεργίες, ξεσηκωμό, με ένα σθένος Ελληνικό δείχνοντας εμείς το δρόμο και παύοντας να ακολουθούμε τους άλλους.
Θα ήταν ώρα να πάψουμε να είμαστε όχλος ακόμα και με τον ίδιο μας τον εαυτό, να μάθουμε, να αγωνιστούμε, να κατακτήσουμε όσο και αν πονέσουμε, να χτίσουμε με τα χέρια μας τα σκαλιά που μας γκρεμίσανε και να τα ανέβουμε όρθιοι.
Θα ήταν ώρα να πιστέψουμε στο Θεό, όχι τον έναν ή τον άλλον, αλλά αυτόν που όλοι κρύβουμε μέσα μας, να τον λατρέψουμε και αντί να περιμένουμε να μας κάνει θαύματα, να κάνουμε εμείς γι’ αυτόν.
Θα ήταν ώρα, να περάσουμε μια γιαγιά απ’ το δρόμο, να κρατήσουμε απ’ το χέρι ένα παιδί χωρίς να τρομάξουν, χωρίς να αναρωτηθούν γιατί.
Θα ήταν ώρα να κάνουμε τις γνώσεις μας πέτρες και μ’ αυτές να λιθοβολήσουμε όλους εκείνους που μας κρατούσαν δέσμιους γενιές επί γενιών
Θα ήταν ώρα να πούμε αλήθεια αναλαμβάνοντας όλη την ευθύνη στ’ αγέννητα παιδιά, να δουν το πρώτο φως με κλάμα ευτυχίας, με περηφάνια στα πρώτα τους βήματα και με ηθικό ακλόνητο σε τούτη τη μικρή πατρίδα μας.
Θα ήταν ώρα να ξυρίσουμε τους παπάδες, να γκρεμίσουμε τα ειδωλολατρικά τους μαγαζάκια, να πάρουμε το κεντρί τους από πάνω μας και να τους μάθουμε επιτέλους πως ο Θεός που πιστεύουμε δεν μας θέλει ούτε αμαρτωλούς ούτε γονατιστούς, ούτε φοβισμένους. Να τους μάθουμε πως ο πλησίον μας έχει ανάγκη και δεν μπορεί να μας κατέβει μπουκιά όταν ένα παιδί κλαίει για το γάλα που δεν έχει, για τα παπούτσια που δεν φοράει.
Να γίνουμε πιστοί και να τους διδάξουμε. Και ο Θεός ο δικός τους ακόμα, θα βγάλει τα καρφιά του μια για να τους μουντζώσει και μια για να χειροκροτήσει που επιτέλους κάποιοι κατάλαβαν και δεν θα λένε πια το όνομά Του επί ματαίω.
Θα ήταν ώρα πρώτα εμείς, εγώ κι εσύ, να δώσουμε πίσω ότι αρπάξαμε. υλικά και ηθικά αποθέματα που σπαταλήσαμε ασύστολα μες στην εγκληματική μας αμάθεια και να απαιτήσουμε μετά από τους πάντες να μας τα επιστρέψουν, να δούμε ξανά τα ταμεία μας να γεμίζουν, να ακούσουμε ξανά τη «συγνώμη» που τόσοι μας οφείλουν, να πάρουμε πίσω τα υπάρχοντά μας, τα ιδανικά μας τα πιστεύω, τις ματωμένες σημαίες και τα λάβαρά μας, να μαζέψουμε τη σκορπισμένη μας πατρίδα, από τις χώρες που περάσαμε, από τα μουσεία που αφήσαμε να γεμίσουν, από το τραπέζι των χαρτοπαιχτικών λεσχών, από τον Καιάδα των συνειδήσεων.
Θα ήταν ώρα να μάθουμε και να βρίζουμε ακόμα, αλλά στη γλώσσα μας, την αυθεντική, την απόλυτη, την γλώσσα που έδωσε στη γη τη γνώση, που κόκαλλα τσακίζει και κόκαλλα δεν έχει, την Ελληνική.
Θα ήταν ώρα να ακούσουμε το δάσκαλο αφού μάθει πρώτα εκείνος πως πρέπει να μας διδάξει, να φιλήσουμε το χέρι του παπά αφού πρώτα μάθει να ταΐζει όχι το θηρίο αλλά τον ανήμπορο, να πλησιάσουμε τον αστυφύλακα αφού γίνει αστυ-φύλακας, να ζητήσουμε τη βοήθεια του γιατρού αφού πρώτα κάνει τους όρκους του πράξη και να αφήσουμε τον αρχηγό της χώρας να μας οδηγήσει μπροστά αφού πρώτα μάθει πως τον βάλαμε εκεί ψηλά μόνο και μόνο γιατί δεν μπορούμε να είμαστε όλοι μαζί μπροστά και όχι από άγνοια.
Θα ήταν ώρα να γίνουν όλα αυτά και άλλα πολλά.. αλλά δεν είναι, απλά, δυστυχώς γιατί όλοι εμείς που ξέρουμε, ΔΕΝ θέλουμε. Καληνύχτα μας..
Έπεται συνέχεια.