Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2011

Πριν ανάψουν τα φώτα..

Έκαναν πάλι οι μήνες τον κύκλο τους και κοντεύει η ώρα
που θα στοιχηθούν ξανά με τάξη ο ένας πίσω απ' τον άλλον,
για να ακολουθήσουν την προκαθορισμένη πορεία τους.
Και θα τρέχουν από μπροστά μας, μένοντας εμείς να τους μετρούμε, να λέμε τι καλός που ήταν εκείνος ο μήνας,
τι κακός ο άλλος, πόσο γρήγορα περνούν..
Ίσως μια φορά στο τέλειωμά τους, όπως τώρα δα, να πρέπει να αποφασίσουμε να μην ξανασχοληθούμε μαζί τους.
Τώρα.. πριν ανάψουν τα φώτα..
Εκεί, τη μικρή στιγμή που όλα σβήνουν, σαν το κράτημα μιας ανάσας, εκείνη τη στιγμή που με τα μάτια ορθάνοιχτα δεν βλέπουμε τίποτα, θα'θελα για μένα, για σένα, να αλλάξουμε
τα έξω μας και να τα κάνουμε ίσα με αυτά που φυλάμε βαθιά μέσα μας και ίσως τα παίρνουμε μαζί μας και τα κάνουμε να χαθούνε άδοξα...
Να ξυπνήσουμε το παιδί που κακοποιούμε κρύβοντάς το και να βλέπει αυτό για μας.
Να κάνουμε την ψυχούλα του να φτερουγίσει.. Κι όταν τα φώτα ανάψουν, να γελάμε, να φιλιόμαστε, να ευχόμαστε όχι λόγω της ημέρας αλλά λόγω της ψυχής μας.
Να μετράμε μόνο τους ανθρώπους στο πέρασμά μας..
Να αγγίζουμε πού και πού το χώμα που πατάμε..
Να 'ναι έτσι το ταξίδι μας απρόσμενο, αληθινό..

Εύχομαι για όλους -και για μένα- υγεία ..
Εύχομαι για όλους -και για μένα- χαμόγελο. Το χαμόγελο να κρατήσει όσο εμείς....
Καλή χρονιά..

Τρίτη, 26 Ιουλίου 2011

Δίπλα από τη ζωή μου , μόλις δυό μέτρα πέρασα

Κι ο δρόμος έγινε βουνό.. Ανέβηκα και γέρασα..

Μόλις δυο μέτρα χώριζαν απ' το γκρεμό το δρόμο

κι ένα κενό μεγάλο, απ' τη χαρά ως τον τρόμο.

Φυλάω τα δυο μέτρα μου, σφιχτά θα τα κρατήσω.

Δυο μέτρα μου 'ναι αρκετά στη γη όταν γυρίσω.

Τετάρτη, 1 Ιουνίου 2011



Ο λαουτζίκος βρέθηκε κοντά σαράντα χρόνια,
σημαίες ν’ ανεμίζει κάτω από τα μπαλκόνια.
Με χρώματα ζωγράφισε τα πάρκα, τις πλατείες..
Στα καφενεία κατέληξε όλες του τις πορείες.

 Ανέθρεψε πολλές γενιές με πλούσιο το γεύμα,
με αγώνες και με δίαιτα, σκληρή, μόνο στο πνεύμα.
Στο μέλλον το βλέμμα ξόρκισε σαν όλα τα δαιμόνια
Και πούλησε τα όνειρα για ψεύτικα σαλόνια.


Τα ράσα κάνουν τον παπά, δίδαξε στα σχολεία
Με υποθήκη τα παιδιά ζήλεψε μεγαλεία.
Γονάτισε, κυλίστηκε ταΐζοντας τη λήθη
Μα ίσως αργά, κατάλαβε πως ζούσε παραμύθι.


Η υπνοπαιδεία τέλειωσε.. κι ο καναπές μαζί της
και η δημοκρατία τους, κλείνει το μαγαζί της.
Τριακόσιοι κι οι αυλικοί τους μαζεύουν τα προικιά τους
Κι αφού γεμίσαν τις κοιλιές, γεμίζουν τα σακιά τους.


Ο Λαουτζίκος έφτασε να κάνει στην πλατεία,
ναό, σχολείο και βωμό για μια Δημοκρατία.
Ο Λαουτζίκος ξύπνησε κι ελπίζω να θεριέψει !
Κανείς ξανά το αύριο, τ’ όνειρο μην του κλέψει !


Πέμπτη, 14 Απριλίου 2011

Μαλαματένια λόγια

Καλά μου τα ‘λεγες μάνα καημένη
Καθώς σου ξέφευγα απ’ την αγκαλιά
πως η πατρίδα μας κατάντησε χαμένη
ν’ αναζητά του Ιούδα τα φιλιά


Τα σύννεφα πυκνά τον ήλιο κρύβουν
και η βροχή λεκιάζει το κορμί
Στις λιγοστές αχτίδες όλοι σκύβουν
και η νύχτα πάλι βρίσκει αφορμή


Οι μάνες δε γνωρίζουν τα παιδιά τους
και οι φίλοι γίναν άρπαγες, ληστές
Οι αγρότες φαρμακώνουν τη σοδειά τους
και οι Πύλες τ’ ουρανού είναι κλειστές


Στους δρόμους οι αστυνόμοι κάνουν φόνους
και οι παπάδες βιάζουν τις γριές
κι απ’ τους κατάδικους τώρα τους μόνους
ακούς κηρύγματα και προσευχές

Μωρά δεν κλαίνε για το φαγητό τους
μήτε την αγκαλιά τη μητρική
Οι νέοι στο όρθιο κατηχητικό τους
με κινητό, ποτό και μουσική

Τα δάκρυά μου τρέχουν στους Αιώνες
και μ’ αίμα μοιάζει κόκκινο, πηχτό
Κι άλλοι κρυώνουν τώρα στους Χειμώνες
Κι άλλοι δουλεύουν σίδερο καυτό

Αδέρφια μοναχοί και όλοι αντάμα
στον Άγνωστο Θεό μια προσευχή
ν’ ακουστεί πάλι του μωρού το κλάμα
και η καλή της μάνας η ευχή

Ποτέ πια το κεφάλι να μη σκύψει
Ποτέ πια το παιδί μην πειραχτεί
Ποτέ κανείς σημαία να μην κρύψει
Του Έλληνα η γενιά μην αλλαχτεί

(Πνευματικά δικαιώματα κατοχυρωμένα)

Τρίτη, 15 Φεβρουαρίου 2011

Λα(ικι)ζόπουλος..

Είπα να διασκεδάσω με την Τρίτη του Λαζόπουλου στο Αλ-Τσαντιρ... Τι το'θελα..
Όλα καλά και διασκεδαστικά μέχρι τη στιγμή που μας αποχαιρέτησε με ένα νεανικό γκρουπάκι..
Ήθελε ο τσογλανάκος τραγουδιστής του γκρουπ, να κάνει και δήλωση..
Έστειλε χαιρετισμό στους μετανάστες (!!!) της Κερατέας.
Αυτών, που όσο δίκιο και αν έχουν, το παρελθόν τους με τις οικοπεδοποιήσεις ακόμα και των τάφων των πατεράδων τους για μια χούφτα φράγκα, με τις περίφημες χρησηκτησίες το έχουν χάσει.. Τώρα τους έπιασε ο πόνος για τα δάση και τον αρχαίο πλούτο!!
Και συμπλήρωσε ο τσογλανάκος : "Όλοι μετανάστες είμαστε, και εμείς στη Γερμανία, όπως εδώ οι Αλβανοί και οι Πακιστανοί"..
Τι λες ρε ανηστόριτο κατασκεύασμα ; Τι σχέση έχουν οι πατεράδες μας που πήγαν σαν σκλάβοι να ανορθώσουν τη βιομηχανία της χώρας που μας ισοπέδωσε αντέχοντας σε κάθε εξευτελισμό και αυταρχισμό της πιο αφιλόξενης χώρας της Ευρώπης, με τις ορδές των τριτοκοσμικών λαθρομεταναστών που (εκτός εξαιρέσεων) ήρθαν να μας κλέψουν, να μας βιάσουν, να μας εκφυλίσουν ;
Τολμάς ρε τσογλανάκο να πας στα λημέρια τους τώρα, το βράδυ, εκεί που κάποτε περπατούσαμε αμέριμνοι με τις οικογένειες μας ; Εκεί που παίζαμε μέχρι αργά τη νύχτα που μας μάζευαν οι μανάδες μας από τους δρόμους, από το παιχνίδι ;
Δεν φταις εσύ βέβαια, φταίει ο καραγκιοζάκος που σε κάλεσε και χόρευε δίπλα σου και δεν σου άστραψε μια στα μούτρα  που τολμάς και προσβάλεις για χάρη της τηλεθέασης γενιές ολόκληρες..
Όμοιος ομοίω.. Δεν συνεχίζω για να μη βρίσω κι άλλο.
Νομίζεις πως είσαι πιο Έλληνας ή πιο "σκεπτόμενος"; Αν θέλεις δικαίωμά σου όπως είναι και δικαίωμά μου να κλείσω το χαζοκούτι περιλαμβάνοντας την εκπομπή που ίσως διασκέδαζα στα σκουπίδια που μας ταίζουν για να κοιμόμαστε στους καναπέδες μας με το κοντρόλ στα χέρια, περνώντας τον εαυτό μας για επαναστάτες..

Πέμπτη, 6 Ιανουαρίου 2011

Σε κάποια γωνιά..

Σε μπέρδευε η φιγούρα του. Ήταν ταυτόχρονα ένα γερασμένο παιδί κι ένας γέροντας που κινούταν από λάθος ακόμη ανάμεσα στους ζωντανούς.
Μα είχε μια σπίθα στο βλέμμα του, μια αθωότητα που σπάνια συναντάς ακόμη και στα παιδικά μάτια πια.
Άφηνε μια αίσθηση πως είχες να κάνεις με κάτι «αέρινο», κάτι φιλικά απόκοσμο. Μπέρδευε τα μέσα σου και δεν μπορούσες να ξεχωρίσεις τι σου βγάζει.
Χαρά, λύπη, οίκτο, ευγνωμοσύνη, δέος, όλα μαζί ή τίποτα απ’ όλα αυτά..
Αγάπη ;
Στεκόταν πάντα εκεί. Κάθε που βράδιαζε, η παράξενα γοητευτική παρουσία του, συμπλήρωνε τη γωνιά του δρόμου, το πέρασμα των τόσων ανθρώπων, το σημείο που το φως απ’ τη λάμπα χανόταν στη σκοτεινιά.
Συμπλήρωνε το κενό που άφηναν στο διάβα τους οι περαστικοί και ας μην το ένιωθαν οι περισσότεροι.
Τι παράξενο..
Δεν θα το πίστευα αν δεν το έβλεπα με τα μάτια μου.. και πάλι, χρειάστηκε χρόνος να το δεχτώ.. Τι έκανε εκεί, κάθε βράδυ, με το κρύο, με τη βροχή, με τη ζέστη κατάχαμα με ένα σακί στο πλάι κι ένα πανέρι μπροστά του ;
Δεν ξεκουραζόταν γιατί πολλές φορές παρατήρησα από την απέναντι γωνία την αγωνία στο πρόσωπό του όταν γέμιζε προσεκτικά το πανέρι από το σακί του μη χαλάσει κάτι.. μη σπάσει κάτι..
Δεν ζητιάνευε γιατί δεν είχε κάποιο δίσκο να του πετάνε κέρματα.
Μάλιστα, αν κάποιος έκανε να του δώσει κάτι, του έπιανε το χέρι με τα δυο του χέρια, το ένα από πάνω και το άλλο από κάτω, σαν να του πιάνει την καρδιά, γεμάτος γαλήνη στο βλέμμα. Και ο περαστικός σάστιζε, έκανε πίσω κι έφευγε.. πάντα.
Φυσικά τίποτα δεν πουλούσε..
Χάριζε.. έκανε δώρα ή -αντίδωρα- στους περαστικούς, σε ανθρώπους που δεν ήξερε χωρίς να δέχεται τίποτα σαν αντάλλαγμα.. πόσο παράξενο, πόσο περίεργο..
Μα το πιο παράξενο είναι πως «άδειαζε» κάθε που έδινε ένα από τα πράγματά του.
Έδειχνε μια ανακούφιση που θύμιζε την έκφραση εκείνου που μέσα σε γαλήνη αφήνει την τελευταία του πνοή.
Αλήθεια είναι.. και η αλήθεια είναι πάντα σκληρή.
Σκίζει τα σωθικά, μετατρέπει το παγερό βλέμμα σε βλέμμα απόγνωσης.
Δείχνει την πιο τρομακτική εικόνα που είναι αυτή, του εαυτού μας..
Δίνει μια τόσο απλή εξήγηση που αισθανόμαστε τόσο μα τόσο χωρίς μυαλό, χωρίς καρδιά..
Δεν υπάρχει πια στη γωνιά εκείνη..
Δεν χαρίζει πια τα υπάρχοντά του κι όλα εκείνα τα πραγματάκια που ‘φτιαχνε πάντα σε σχήμα καρδιάς..
Μια καθημερινή ιστορία, θα μου πεις..
Τόσο καθημερινή όσο και η ανθρωπιά που έχουμε όλοι, όσο η σκέψη και μόνο να δίνουμε, να δινόμαστε χωρίς υστεροβουλία, τόσο καθημερινή όσο και η αγωνία μας να μας αφήσουν οι άλλοι να δείξουμε την αγάπη μας, να τους μάθουμε να την δέχονται χωρίς καχυποψία..
Μου είπε κάποιος πως και στη δική του γειτονιά, πρόσφατα, ήρθε ένα τέτοιο πλάσμα και απόμερα σε κάποια γωνιά, μοίραζε ψωμάκια στα παιδιά (πάντα σε σχήμα καρδιάς) και κόκκινο κρασί σε πλαστικά ποτηράκια στους μεγάλους.. κι ακόμα μου είπε πως οι μεγάλοι, οι πιο πολλοί, δεν πλησίαζαν καν να πάρουν τα δώρα τους γιατί έβλεπαν τα χέρια του τρυπημένα και το μέτωπό του χαραγμένο με σημάδια λες και κάποτε, κάποιοι του είχαν φορέσει αγκάθινο στεφάνι..