Δευτέρα, 14 Δεκεμβρίου 2009

Το ποτάμι μου..


Παλεύω.. αγωνίζομαι.. χτυπιέμαι στις πέτρες..πιάνω τ’ αγριόχορτα να κρατηθώ από κάπου.. αγκάθια και κομμάτια ξύλου γεμίζουν τα χέρια μου αίματα.. ζαλίζομαι.. ανακατεύομαι..

Κι εκεί που θαρρώ πως θα με νικήσει, πως με τραβάει μέσα του να με καταπιεί.. γλυκαίνει, ομορφαίνει.. και λικνίζεται στου ήλιου τη γυαλάδα.. κι ανασαίνω στην ηρεμία.. Βουτάω μέσα του κι ανατριχιάζω .. και θέλω να κλάψω από ευτυχία..

Και ξαπλώνω μεθυσμένος να λιαστώ, να στεγνώσω..

Και να σου πάλι τα ίδια και χειρότερα.. Αντάρα..

Παλεύω.. ανακατεύομαι.. ματώνω.. ιδρώνω.. γίνομαι μούσκεμα και νιώθω την καρδιά μου να ’χει πάλι το ίδιο σκίρτημα που με κάνει να θέλω πάλι.. να γίνομαι ξανά παιδί.. να ‘χω τη ζωή, παιχνίδι στα χέρια μου.. Ένα παιχνίδι, σπάνιο, πολύτιμο..

Νιώθω να πέφτω στο κενό.. Ξέρω πως με περιμένει ένας καταρράκτης.. κι αν γλυτώσω, μια θάλασσα που με θέλει να παλεύω συνέχεια.. ώσπου να χαθώ.. μόνος.. Εκεί καταλήγει το δικό μου ποτάμι.. Το γαλήνιο.. το γλυκό.. το ορμητικό.. που με κάνει και αγωνίζομαι.. που με κάνει και κλαίω.. που με κάνει ευτυχισμένο.. που με κάνει και ζω..

Και κάτι με τραβάει ψηλά.. να περάσω τον καταρράκτη από πάνω, να μην τσακιστώ..να βγω στη στεριά.. να μη βρω τη βάρκα μου πάλι.. Κάτι γαλήνιο ηθικό και ήρεμο σαν τα σίγουρα. ατάραχα, καθάρια πρασινογάλαζα νερά μιας λίμνης..

Μα δεν υπακούω.. πρέπει μα δε θέλω.. και παλεύω.. και αντιστέκομαι.. και πονάω.. και ματώνω.. και θέλω.. και ζω ξανά..

Πηγαίνετέ με πίσω.. αφήστε με κάτω.. μέχρι το τέλος.. στη βάρκα μου , στο ποτάμι μου..