
12 Μαϊου, πριν λίγα χρόνια, σαν να'ταν χθες..
Μετα βίας κατάφερα να κοιμηθώ για λίγο. Χτες βράδυ, πίστεψα πως δεν έχει άλλη ζωή..
Η μητέρα μου έκανε σχέδια για το πώς θα κάθονται στη βεράντα το καλοκαίρι..
Η γυναίκα μου, κανόνιζε να του φέρνει φαγητό για να μην ασχολείται η μάνα μου..
Ο μεγάλος μου γιός, τον φίλησε και κείνος έβαλε όλη τη δύναμη που του'χε απομείνει και άφησε ένα φιλί στο μάγουλό του..Ο μικρός μου γιός, δεν ξέρω πώς, αλλά του'ρθε να του φιλήσει τα πόδια.. και το'κανε.
Όταν χαιρέτησα είπα "αριβεντέρτσι.." και τον είδα βγαίνοντας από την κρεβατοκάμαρα με την άκρη του ματιού μου να μου γνεύει κουνώντας τα δάχτυλα του χεριού του που ήταν πάνω από τα σκεπάσματα.
Σήμερα, είναι μια άλλη μέρα..
Το τηλέφωνο χτύπησε, τα αυτιά μου βούιζαν, ακούγοντας τη μητέρα μου, "Πάμε στο νοσοκομείο" ..
Έκανα λίγο δρόμο με το αυτοκίνητο και το άφησα κάπου έξω από το δακτύλιο γιατί δεν κυκλοφορούσα, να πάρω ταξί.
Έβαζα στο μυαλό μου τα χειρότερα. Είχα γίνει μούσκεμα στον ιδρώτα..
Μετά πάλι, σκεφτόμουν πως δεν θα'ναι τίποτα.. "θα πάρει παράταση" έλεγα να διασκεδάσω την αγωνία μου.
Μπήκα επιτέλους στο ταξί που θα με οδηγούσε στο νοσοκομείο. Μόλις ξεκίνησε, θες η ζέστη, θες η αγωνία μου.. χάθηκα στον κόσμο μου.Σε ένα κόσμο αληθινό όμως, που έζησα..
Ήμουν παιδί και αμαβόσβηνα τα φώτα του μαγαζιού για να παίξω.. Με κυνηγούσε με ένα πατσαβούρι. Έτρεχα ξέροντας ότι όσο λίγο και να τρέξω, δεν θα με πιάσει. Δεν ήθελε να με πιάσει..Μετά, κατέβαινα τα σκαλιά και κείνος αντικρύζοντάς με κατακόκκινο απ'τον ήλιο του καλοκαιριού έχοντας 4-5 μέρες να με δει, ξεφώνιζε ανοίγοντας τα χέρια του "βρε !! το γαριδάκι μας !!"
Τώρα, ποτίζω.. έρχομαι συχνά να του κάνω παρέα στο φτωχό εξοχικό μας με τον υπέροχο κήπο.
Οι κυριακές είναι πολύτιμες.
Και για κείνον είναι, που σηκώνεται από τα χαράματα να πάει να ποτίσει, να τα βρούμε όλα όμορφα κι ανθισμένα όταν θα χαιρόμαστε το Πάσχα καμαρώνοντας τον κήπο.
Θυμάμαι μια ιστορία που μου είχε πει, από τα δύσκολα χρόνια, της πείνας..
Μαζί με ένα φίλο του, ήταν παιδιά ακόμα, βρέθηκαν στην Αθήνα με ένα μπαουλάκι να'ναι όλο τους το βιός. Και βρέθηκε άνθρωπος, -μια φουρνάρισα- που τους το αντάλλαξε με ένα καρβέλι ζεστό ψωμί. Το'φαγαν και τους έφαγε. Θα έσκαγε η ζύμη στο στομάχι τους. Χέρι-χέρι, έτρεχαν στους δρόμους να σταματήσουν τον πόνο. "Αν θες να μην πεθάνουμε, τρέχα" έλεγε ο ένας στον άλλο.
Μετά, στα "εύκολα χρόνια", τον θυμάμαι να κάνει μια το ένα, μια το άλλο...
Ένας νεαρός τυφλός, με το μπαστουνάκι του, κατέβαινε τα σκαλιά του μαγαζιού σχεδόν κάθε μέρα, για το μεσημεριανό του φαγητό.. Την ώρα της πληρωμής, άνοιγε την παλάμη του ή το πορτοφολάκι κι ο πατέρας μου του τα ανακάτευε για να τον μπερδέψει.. για να μην καταλάβει ότι δεν του παίρνει χρήματα..όταν όμως τον έβλεπε να στεναχωριέται, να κοκκινίζει του'παιρνε κανένα ταληράκι, να μην τον προσβάλει..
Είχαμε και ένα παππού στη γειτονιά, που του πήγαινα το φαγητό του σ'ένα άθλιο παλιό και βρώμικο σπίτι.Σ'ένα δωμάτιο που είχε μόνο ένα ντιβάνι ένα κομοδίνο και μια καρέκλα..
Τώρα, είμαι γαμπρός.. Σηκωθήκαμε από το τραπέζι, βγήκαμε στο δρόμο και ήρθε η ώρα του αποχαιρετισμού.. Στάθηκε στη μέση του πεζοδρομίου και ανοίγοντας διάπλατα το χαμόγελο και την αγκαλιά του μας κράτησε και τους δυό και σκουπίζοντας τα δάκρυά του μας ευχήθηκε '..να'στε ευτιχισμένοι !"
Τώρα πια, θα ζούσαμε χώρια.
Χώρια βέβαια ήταν μόνο τα σπίτια μας.
Πόσα καλοκαίρια περάσαμε σ'αυτόν τον μικρό υπέροχο κήπο και πόσοι άνθρωποι χωρέσαμε να κοιμηθούμε σ'αυτό το μικρό σπιτάκι..
Κι εδώ, το Χειμώνα, δεν αφήσαμε γιορτή χωρίς γονείς...
Μια φορά χρειάστηκε να δει κάποιον μας σε νοσοκομείο (στις αμυγδαλές του γιού μου) και έγινε ράκος. "Το πιτσουνάκι μου, τώρα εγχειρίζεται" ψέλιζε πίνοντας ένα κονιάκ στο bar του νοσοκομείου. Μετά από λίγο, βγήκε έξω.. δεν άντεξε.. τα έβγαλε όλα..
Μπαίνοντας στο μαιευτήριο για τη γέννηση του δεύτερου γιού μου, ήταν εκεί με τη μητέρα μου και μας περίμεναν από νωρίς.. 'Όλα θα πάνε καλά " θυμάμαι που'λεγε.
Παππού, πες μου το ένα, πες μου το άλλο.. κι όλες οι απορίες τους λύνονταν..
Ένας άνθρωπος εγκυκλοπαίδεια..
Ποτέ δεν θυμάμαι να εκδικείται κάποιον.. και ποτέ δεν μου είπε για κανέναν κάτι κακό..
Τώρα, πάμε στο νοσοκομείο για νοσηλεία.. μόλις μας είπε ο γιατρός τα νέα "καρκίνος του πνεύμονα, με μετάσταση στο κεφάλι.."
'Τι είπαν οι γιατροί" ρώταγε.. Τίποτα, έλεγα, θα δούμε..
Πάντα έλεγε πως αν ποτέ μπλέξει με νοσοκομεία θα είναι για σχόλασμα..
Πάμε για νοσηλεία.. Κούνησε το χέρι του σα να λέει "τώρα, άστα.."
Η κάθε μέρα ήταν χειρότερα από την προηγούμενη.
Καπνίζεις ακόμα ; του λεγα.. και κείνος απαντούσε "..τι τα θέλεις, να πάω στα εκατό ; "
Κάθε μέρα και ένας πόνος που όλο μεγάλωνε.. και με έπνιγε.. πώς θα μπορέσω κάποια στιγμή να διαγράψω ένα τόσο αγαπητό μου πρόσωπο.. πώς;
Όποτε είχα δουλειά μακριά, πήγαινα γρήγορα με ανοιχτό παράθυρο και άφηνα τα δάκρυα να μου παγώνουν το πρόσωπο..
-Φτάσαμε νεαρέ.. μου 'πε έντονα ο ταξιτζής διακόπτοντας βίαια το "ταξίδι" μου..
"Έφυγε" ήταν η μόνη κουβέντα της μάνας μου.
Κι ένα κομμάτι του κόσμου μου το πήρε μαζί του, ξεριζώθηκε.. και σφήνωσα βαθιά μέσα μου ότι με έδενε, τόσο που με πονάει ακόμα μα κάποιες φορές μου δίνει μια γαλήνη νομίζοντας πως είμαι στον κήπο του που τόσο λάτρεψε, μικρός.. και τον ακούω να μου λέει, "στη ρίζα το λάστιχο, μη σπαταλάμε το νερό πίτσο μου" παίζοντας εγώ το συντριβάνι..
Κι από ένα τέτοιο κομμάτι, ότι γλυκό και όμορφο, τρυφερό, μοιράζω στην οικογένειά μου..